Ελληνική παιδεία και μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση των Ελλήνων του Μοναστηρίου της Μακεδονίας (δράση διδασκάλου Αλεξάνδρου Ζουμετίκου)



Τα οδωνύμια της Θεσσαλονίκης μπορούν να γίνουν αφορμή για να ανακαλύψει κανείς πολλές άγνωστες πτυχές της ιστορίας όχι μόνο της πόλης αλλά και ολοκλήρης της Μακεδονίας. 
Η οδός Αλεξάνδρου Ζουμετίκου μας θυμίζει τον δραστήριο Διδάσκαλο των Ελλήνων της πόλης του Μοναστηρίου της Μακεδονίας στην πολυτάραχη περίοδο που ορίζεται από τα τέλη του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού.
Η μελέτη του «Αρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως Πελαγονίας» και συγκεκριμένα του τμήματος εκείνου που αφορά στη λειτουργία του Γυμνασίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί αποκαλύπτει την πορεία και τον χαρακτήρα ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο, αλλά κυρίως επειδή απηχεί στο επίπεδο της εκπαιδευτικής πράξης τους προβληματισμούς, τους πειραματισμούς και τις παλινδρομήσεις που σημειώνονται στο επίσημο ελληνικό κράτος και οι οποίοι εγγράφονται στο πεδίο του εκσυγχρονισμού ή της αντιμεταρρύθμισης.
Οι διαστάσεις αυτής της εκπαιδευτικής προσπάθειας μιας σημαντικής σε δυναμική και πληθυσμό ελληνικής κοινότητας που βρισκόταν έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους και οι έλξεις και απωθήσεις στο επίπεδο των επιλογών και των κατευθύνσεων της εφαρμοστέας εκπαιδευτικής πολιτικής συνιστούν ένα εντυπωσιακό πλέγμα θεωρητικών αρχών και πρακτικών αντιφάσεων, οι ιδεολογικές καταβολές του οποίου θα πρέπει να αναζητηθούν σε αντίστοιχους προβληματισμούς , πειραματισμούς και παλινδρομήσεις του νεοελληνικού κράτους.



ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ


To μεγαλύτερο μέρος του αρχειακού υλικού που αναφέρεται στην εκπαιδευτική δραστηριότητα των κατοίκων του Μοναστηρίου δεν βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος ή υφίσταται τις χρονοβόρες διαδικασίες συντήρησης των ειδικών στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, με αποτέλεσμα να μην είναι προσιτό στον ερευνητή. Έτσι οι προηγούμενες αναφορές στην παιδεία του Μοναστηρίου βασίζονται κυρίως στις προφορικές μαρτυρίες και δεν αξιοποιούν το πρωτογενές αρχειακό υλικό.
Στις προσπάθειες που σχετίζονται με την ανασύσταση της εκπαιδευτικής ιστορίας της Πελαγονίας  αλλά και στην παρακολούθηση των σχέσεων της εκπαίδευσης αυτής με τα ιδεολογικά ρεύματα της ίδιας περιόδου που διαμορφώνονται στο Ελληνικό Βασίλειο και ανάγονται σε ανάλογες ευρωπαϊκές επιδράσεις πρέπει να ενταχθεί και η παρούσα μελέτη, η οποία  προϋποθέτει την  επεξεργασία του συνόλου σχεδόν των πηγών που διασώζονται στο Αρχείο Μακεδονίας.
Στο συγκεκριμένο Αρχείο δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την ακριβή ημερομηνία ίδρυσης του Γυμνασίου, ενώ οι πληροφορίες που σχετίζονται   με τον αριθμό των μαθητών που φοίτησαν στο Γυμνάσιο αυτό ή οι σκόρπιες-αποσπασματικές αναφορές του Αρχείου του ΥΠΕΞ δεν μας προσέφεραν μέχρι σήμερα σαφή εικόνα.
Από τα υπάρχοντα όμως δεδομένα του πρωτογενούς υλικού μπορούμε να προσδιορίσομε τους τύπους και τις διαφοροποιήσεις που παρατηρήθηκαν στο Μοναστήρι. Ο τύπος κοινοτικού σχολείου μέσης εκπαίδευσης μάλιστα ο οποίος επικράτησε  στο Μοναστήρι στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου  παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού υφίσταται πολλές μεταβολές, οι οποίες αφορούν τόσο στη σχέση του δευτεροβάθμιου σχολείου με το Αστικό σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης που λειτουργεί στην πόλη, όσο και στην εσωτερική του διάρθρωση.
 Είναι βέβαια γεγονός ότι η ευελιξία η οποία χαρακτηρίζει το κοινοτικό σχολείο με τις αποκεντρωμένες δομές του επιτρέπει συχνά την αναπροσαρμογή των σχολικών τύπων, με αίτημα την εξυπηρέτηση καλώς ή κακώς νοούμενων τοπικών αναγκών, με αποτέλεσμα να καθίσταται σε ορισμένες περιόδους δυσδιάκριτη ακόμα και η διαβάθμιση σε στοιχειώδες σχολείο και σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Στην περίπτωση όμως του Μοναστηρίου η όλη συλλογιστική που σχετίζεται με τη λειτουργία του Γυμνασίου αλλά και τη σχέση του με το πρωτοβάθμιο αστικό σχολείο συνιστά απόπειρα εξωτερικής και εσωτερικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης η οποία συνυφαίνεται με το ιδεολογικό κλίμα της εποχής αλλά και με τις επιλογές και τις καταβολές συγκεκριμένων προσώπων που κατευθύνουν την εκπαιδευτική λειτουργία.
Η άποψη μάλιστα αυτή τεκμηριώνεται ,αφού οι παιδαγωγικοί προβληματισμοί που εκφράζονται με έμφαση το 1891, το 1896 το 1898-1900 και τέλος το 1906-1909 άπτονται του περιεχομένου της εξωτερικής μεταρρύθμισης, δηλαδή της μεταβολής της σχολικής οργάνωσης, της τροποποίησης των σχολικών τύπων και της αλλαγής της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στους τύπους των σχολείων και τον τρόπο μετάβασης από τη μια βαθμίδα στην άλλη, αλλά σχετίζεται και με την εσωτερική μεταρρύθμιση ως προς την κριτική που ασκείται σε δύο κυρίως τομείς: στην επιλογή των μορφωτικών κατευθύνσεων των προγραμμάτων του Αστικού σχολείου και στην κριτική που αφορά στο επίπεδο των διδασκόντων στο Αστικό σχολείο. Βέβαια η εσωτερική μεταρρύθμιση περιορίζεται μόνο στο επίπεδο των θεωρητικών διακηρύξεων , ενώ τα κίνητρα όσων ασκούν τη συγκεκριμένη κριτική δεν είναι πάντοτε διαφανή.
Αντίθετα οι τάσεις για μια εξωτερική μεταρρύθμιση, αν και παραπαίουν ανάμεσα σε εκσυγχρονιστικές λογικές και σε φαινόμενα συντήρησης, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οι τάσεις αυτές αφορούν κυρίως στην τυπολογία των εκπαιδευτικών βαθμίδων και στην κάθετη ή οριζόντια διάρθρωση των σχολικών τύπων και είναι ευδιάκριτες σε δύο κυρίως περιόδους: την περίοδο 1891-1900, στη διάρκεια της οποίας οι προβληματισμοί που εκφράζονται συνιστούν αυτό που θα ορίζαμε σήμερα ως αρνητική παλινδρόμηση ή αντιμεταρρύθμιση, και την περίοδο 1906-1909 στη διάρκεια της οποίας σημειώνεται στο πεδίο της εκπαιδευτικής πράξης η μεταρρυθμιστική προσπάθεια, η οποία συνοδεύεται και από ανάλογη θεωρητική θεμελίωση.
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να σημειωθεί ότι οι παιδαγωγικοί προβληματισμοί και οι μεταρρυθμιστικές ή αντιμεταρρυθμιστικές προσπάθειες  που εκδηλώνονται στην κοινότητα Μοναστηρίου συναρτώνται άμεσα με δύο πρόσωπα η παρεμβατική δυνατότητα των οποίων είναι δεδομένη: πρόκειται για τον Γυμνασιάρχη Αλέξανδρο Ζουμετίκο ο οποίος είναι φιλόλογος και θα αντιπροσωπεύσει την κοινότητα Μοναστηρίου στο Α Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο του έτους 1904, και για τον Διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Λειψίας Γυμνασιάρχη Λέοντα Παπαπαύλου ο οποίος είναι φορέας των μεταρρυθμιστικών ιδεών του γερμανικής μεταρρυθμιστικής παιδαγωγικής. Για να παρακολουθήσομε λοιπόν τους συγκεκριμένους προβληματισμούς θα εντάξομε το υπό διερεύνηση υλικό μας σε δύο περιόδους: στην περίοδο κατά την οποία ασκεί επιρροή στην παιδαγωγική σκέψη και ζωή της κοινότητας ο Αλέξανδρος Ζουμετίκος και στην περίοδο κατά την οποία επηρεάζει την πορεία των εκπαιδευτικών πραγμάτων ο Λέων Παπαπαύλου. Για την τεκμηρίωση μάλιστα του χαρακτήρα των μεταρρυθμιστικών ή αντιμεταρρυθμιστικών επιλογών που υιοθετήθηκαν θα παρακολουθήσομε την τυπολογία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τη σχέση της με την πρωτοβάθμια στις δύο περιόδους ξεχωριστά.



ΟΙ ΔΟΜΕΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΟΥΜΕΤΙΚΟ


Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχει το βιβλίο Γενικού Ελέγχου για το έτος 1876-1877 η  δευτεροβάθμια εκπαίδευση των αγοριών στην πόλη του Μοναστηρίου περιλαμβάνει δύο κύκλους σπουδών: το τριετές Ελληνικό Σχολείο και το 3ετές Γυμνάσιο. Οπωσδήποτε ο συγκεκριμένος τύπος σχολείου δεν ταυτίζεται με το μεταγενέστερο εξατάξιο Γυμνάσιο, αφού περιλαμβάνει τον πλήρως διαχωρισμένο προκαταρκτικό κύκλο του Ελληνικού σχολείου. Η εξαετής διάρκειά του θα πρέπει να αποδοθεί στην αδυναμία καταρτισμού της Δ γυμνασιακής τάξης τουλάχιστον ως το 1880, έτος κατά το οποίο άρχεται η λειτουργία πλήρους Γυμνασίου, σύμφωνα με τα δεδομένα του Γενικού Ελέγχου.
 Οι αριθμοί φανερώνουν, για την περίοδο 1876-1880, την αδυναμία των ελάχιστων μαθητών που έφταναν ως την Γ Γυμνασίου να συνεχίσουν και να πάρουν απολυτήριο. Ακόμα και το 1880 μόλις το 50% των φοιτώντων στην Γ τάξη εγγράφεται κανονικά στην Δ Γυμνασίου. Η αδυναμία αυτή  δεν  συσχετίζεται με την κακή επίδοση, αφού το 1876 προβιβάζονται και οι 5 και το 1879 και οι 3 μαθητές των αντίστοιχων Γ τάξεων του Γυμνασίου και επομένως πρέπει να αποδοθεί  σε εξωγενείς παραμέτρους, όπως η δυνατότητα απασχόλησης ως δασκάλων των αποφοίτων μικρότερων Γυμνασιακών τάξεων, κάτι που καθιστούσε την περαιτέρω φοίτηση περιττή. Επιπλέον η ανάγκη γρήγορης ένταξης στην παραγωγή ήταν επιτακτική κυρίως στις οικογένειες με το χαμηλό βιοτικό επίπεδο οι οποίες  αναγκαστικά έβλεπαν τη γνώση χρησιμοθηρικά. Τέλος ο αρχαιογνωστικός προσανατολισμός της εκπαίδευσης και η αδυναμία πρακτικής αξιοποίησής της θεωρείται από ορισμένους μελετητές ως το κατεξοχήν αίτιο της μείωσης των μαθητών των ανώτερων Γυμνασιακών τάξεων.
 Το 1880 τέσσερις από τους μαθητές με υψηλή επίδοση που τελειώνουν τη Γ Γυμνασίου με τον χαρακτηρισμό Λίαν Καλώς συγκροτούν για πρώτη φορά την τέταρτη γυμνασιακή τάξη και επομένως το σχολείο γίνεται 7τάξιο, αποτελούμενο από 3 τάξεις Ελληνικού σχολείου ή Σχολαρχείου και από 4 τάξεις Γυμνασίου. Το σχήμα αυτό διατηρείται σύμφωνα με τα δεδομένα του Βιβλίου Γενικού ελέγχου και το σχολικό έτος 1881-1882, ενώ το έτος 1887 έχομε μαρτυρημένη λειτουργία του 6ταξίου Γυμνασίου και το 1886 λειτουργία  του Ημιγυμνασίου  ή Ημιδιδασκαλείου. Το εξατάξιο Γυμνάσιο θα διατηρηθεί ως το 1900. Η συγκεκριμένη μεταβολή προς το εξατάξιο Γυμνάσιο συνδέεται με τη δημιουργία του 6ταξίου Αστικού Σχολείου στην πόλη του Μοναστηρίου και εναρμονίζεται με το υπόμνημα και τις προτάσεις του Α Συνεδρίου των Ελληνικών Συλλόγων του έτους 1879 που γίνεται στην Αθήνα. Στο συγκεκριμένο υπόμνημα υποβάλλονται οι προτάσεις των εκπροσώπων των Ελληνικών Συλλόγων που αφορούν τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος σε πρακτικότερη βάση και τη βελτίωση της μέσης εκπαίδευσης. Η στενή σχέση του Μοναστηρίου με τις παιδαγωγικές διακηρύξεις του Συνεδρίου οφείλεται προφανώς στη σχέση ανάμεσα στους ιθύνοντες της εκπαίδευσης του Μοναστηρίου και τους υπεύθυνους του Συλλόγου προς διάδοσιν   των Ελληνικών Γραμμάτων οι οποίοι εποπτεύουν τη λειτουργία των σχολείων στην περιοχή. Γιατί δεν είναι ιδιαίτερα πιθανόν να θεωρήσομε ότι έχομε στο Μοναστήρι καθυστερημένες  επιδράσεις που προέρχονται από τα Νομοσχέδια του Μιληση του έτους 1877  τα οποία αναφέρονται σε εξατάξιο Γυμνάσιο. Μια τέτοια προοπτική δεν είναι πιθανή, ενώ πιο πιθανή είναι η επίδραση μιας παράδοσης που λειτουργεί στον Μακεδονικό χώρο με τα 6τάξια Γυμνάσια στη Σιάτιστα και την Κοζάνη.  Η επίδραση των επιλογών του Συνεδρίου των Ελληνικών Συλλόγων, η παράδοση γειτονικών περιοχών, αλλά και η αισθητή μείωση του αριθμού των μαθητών που εγγράφονται στο δευτεροβάθμιο σχολείο θα πρέπει να οδήγησε στη δημιουργία του σχήματος του 6ταξίου Γυμνασίου σε αντίθεση με ό,τι επικρατούσε ως επιλογή στο επίσημο ελληνικό κράτος.


Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΖΟΥΜΕΤΙΚΟΥ: ΑΝΤΙΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ


H δημιουργία του 6ταξίου Γυμνασίου και επομένως η κατάργηση του προκαταρκτικού κύκλου του Ελληνικού Σχολείου , η οποία διαρκεί όλη την περίοδο 1887-1900 δημιουργεί  αρχικά το 1891, κυρίως όμως το 1896, τις προϋποθέσεις για ανοικτή παρέμβαση του προσωπικού του Γυμνασίου στο πρόγραμμα σπουδών, στη διαδικασία αξιολόγησης ,αλλά και στους γενικότερους σκοπούς της Αστικής Σχολής Μοναστηρίου. Η επίφαση η οποία επινοείται, είναι η θεώρηση της 6ταξίου Αστικής Σχολής ως προπαρασκευαστικής του Γυμνασίου, ενώ μέχρι τότε το ρόλο αυτό διαδραμάτιζε το Ελληνικό Σχολείο. Καταργώντας την αυτονομία της στοιχειώδους εκπαίδευσης και νοώντας αυτήν ως προπαρασκευαστική της Γυμνασιακής οι καθηγητές του 6ταξίου Γυμνασίου υποβάλλουν για δεύτερη φορά σε εξετάσεις τους αποφοίτους της Αστικής Μοναστηρίου και αποφαίνονται ότι η εργασία που συντελείται εκεί είναι ελαττωματική και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Γυμνασίου. Οι λύσεις που προτείνονται είναι η δημιουργία Επιτροπής αποτελούμενης από καθηγητές του Γυμνασίου για τη μεταρρύθμιση προς την κατεύθυνση της απλούστευσης του προγράμματος της Αστικής σχολής, η άσκηση εποπτείας της Επιτροπής στη διαδικασία αξιολόγησης των αποφοίτων της Αστικής Σχολής και η στροφή των σπουδών ,στο επίπεδο της στοιχειώδους εκπαίδευσης, προς τον πρακτικό βίο.Οπωσδήποτε η διαπίστωση της ανάγκης εφαρμογής ενός πρακτικότερου προσανατολισμού της στοιχειώδους εκπαίδευσης εναρμονίζεται με τις διαπιστώσεις του Α Συνεδρίου Ελληνικών Συλλόγων, η οποία και προαναφέρθηκε. Ο νεφελώδης όμως χαρακτήρας της διακήρυξης του Συνεδρίου επέτρεψε την παρερμηνεία των πορισμάτων του. Έτσι ο Ζουμετίκος , Αντιπρόεδρος το 1904 και μέλος  της 4μελούς Εφορείας του Α Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, αξιοποιεί  τις διαπιστώσεις αυτές για να διαφοροποιήσει τους σκοπούς του Γυμνασίου από αυτούς του Αστικού Σχολείου και να προσαυξήσει το κύρος του.
Η απειλή την οποία επισείει προς όλους τους παράγοντες της κοινοτικής εκπαίδευσης ο Γυμνασιάρχης Ζουμετίκος  σε περίπτωση που οι δάσκαλοι του Αστικού Σχολείου δεν δεχτούν την εποπτεία του Γυμνασίου, η οποία και αποσκοπεί στον επαναπροσδιορισμό των σκοπών του σχολείου μέσα από την τροποποίηση του προγράμματός του,  είναι η καθιέρωση κατατακτηρίων εξετάσεων για τους αποφοίτους της Αστικής Σχολής Μοναστηρίου. Οι εξετάσεις αυτές επιβάλλονταν  μέχρι τη στιγμή εκείνη  μόνο σε  όσους προέρχονταν από Αστικές Σχολές άλλων αστικών ή ημιαστικών κέντρων.  Η λογική αυτού του εκβιασμού τεκμηριωνόταν στον ισχυρισμό ότι μόνο έτσι οι καθηγητές του Γυμνασίου θα είχαν καλό υλικό μαθητών για να εκπληρώσουν τους σκοπούς του Γυμνασίου οι οποίοι ήταν πριν από όλα γλωσσικοί-αρχαιογνωστικοί.
Η αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη μεταρρύθμισης προς μια πρακτικότερη κατεύθυνση του προγράμματος του Αστικού Σχολείου ,για να βελτιωθεί η στάθμη των μαθητών και να εκπληρωθούν με επιτυχή τρόπο οι αρχαιογνωστικοί σκοποί ενός κλασικού Γυμνασίου, είναι εμφανής. Η πρακτική διάσταση υπηρετεί τον εκσυγχρονισμό και συνιστά, στο ποσοστό που οδηγεί σε καθορισμένες αλλαγές γνωστικών περιεχομένων, εσωτερική μεταρρύθμιση. Από την άλλη η εξιδανίκευση των σκοπών ενός Γυμνασίου που υπηρετεί πρώτιστα τον σκοπό του εθνικού προσδιορισμού και τη συντήρηση της ταυτότητας των μαθητών δια της αρχαιογνωσίας, συνιστά αντιμεταρρύθμιση.
Όταν μάλιστα το διάχυτο και νομιμοποιημένο δια του Συνεδρίου των Συλλόγων αίτημα για μεταρρύθμιση εκφυλίζεται σε απόπειρα μείωσης του κύρους του Αστικού Σχολείου και των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε αυτό, τότε η αντιμεταρρύθμιση προσλαμβάνει διαστάσεις κοινωνικές, αφού αύξηση του βαθμού δυσκολίας των μαθημάτων του Αστικού Σχολείου στερεί από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα την προοπτική των βασικών σπουδών , άρα και τις προϋποθέσεις της κοινωνικής τους βελτίωσης.
Το 1898,  το θέμα αναδύεται εκ νέου, για να αποτραπεί προσωρινά η κρίση με την υποχώρηση των καθηγητών στην απαίτησή τους να υποβάλλουν σε εξετάσεις τους αποφοίτους της Αστικής και με την υποβολή πρότασης-αξίωσης για ένταξη της Στ τάξης της Αστικής  ως πρώτης τάξης 7ταξίου Γυμνασίου, αποτελουμένου από 3τάξιο Ελληνικό και 4τάξιο Γυμνάσιο. Η κορύφωση επομένως του προβλήματος προκύπτει μέσα από την απόφαση του Ζουμετίκου να παρέμβει επιχειρώντας μια στείρα εξωτερική μεταρρύθμιση που αφορά στη διάρθρωση των σχολικών τύπων και η οποία είναι ιδιαίτερα προβληματική. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι η ενέργεια του Ζουμετίκου οδηγεί σε μεταρρύθμιση τις δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, επιβάλλοντας από τη μια ως επακόλουθο του 6ταξίου Αστικού Σχολείου  στη βαθμίδα της στοιχειώδους εκπαίδευσης το 6τάξιο ενιαίο Γυμνάσιο στη βαθμίδα της μέσης εκπαίδευσης, δύο τύπους σχολείων με ξεχωριστούς σκοπούς, και με ελεύθερη πρόσβαση από τον ένα στον άλλο, και από την άλλη ως αναγκαίο συμπλήρωμα της 5τάξιας Δημοτικής Σχολής με το απλό πρόγραμμα και τους δεδομένους κοινωνικοποιητικούς στόχους, το 7τάξιο Γυμνάσιο στο επίπεδο της μέσης εκπαίδευσης ,με τον τριτάξιο κύκλο του ελληνικού και το 4τάξιο Γυμνάσιο το οποίο αποσκοπούσε στην καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης των μαθητών.
 Εκτός όμως από τα ιδεολογικά κίνητρα που κατευθύνουν τον προβληματισμό και τις επιλογές του Ζουμετίκου πρέπει να συνυπολογίσομε ως κίνητρο για τη μεταρρύθμισή του  και ορισμένα  αντικειμενικά δεδομένα. Όπως αποδεικνύει η παρακολούθηση του συνολικού αριθμού των μαθητών που φοιτούν στο Γυμνάσιο στις διάφορες χρονικές περιόδους, η κατάργηση του Ελληνικού σχολείου συνεπάγεται την κατακόρυφη μείωση των μαθητών του 6ταξίου Γυμνασίου, ίσως προς όφελος του Αστικού σχολείου, κάτι που δεν συμφέρει τους διδάσκοντες στο Γυμνάσιο


Ο ΛΕΩΝ ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ ΤΟΥ     ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ            ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ


Το νέο σχήμα του 7ταξίου Γυμνασίου το οποίο θεσμοθετείται από τον Ζουμετίκο, όπως μαρτυρούν τα Πρακτικά της Εφορείας, παραμένει ως το 1906 ,οπότε και εξετάζεται το Υπόμνημα το οποίο συντάσσεται από τον Γυμνασιάρχη Λέοντα Παπαπαύλου και εκφράζει τη βούληση της πλειοψηφίας των καθηγητών του Γυμνασίου. Σύμφωνα με αυτό προτείνεται η διαίρεση, τόσο της Αστικής Σχολής όσο και του Γυμνασίου σε 6 τάξεις, με συνακόλουθη κατάργηση του Ελληνικού σχολείου. Στη διάρκεια της συνεδρίασης η μειοψηφία των καθηγητών εκφράζει φόβους σχετικούς με τη μείωση των μαθητών του Γυμνασίου μετά την κατάργηση του Ελληνικού σχολείου, αφού οι μακροχρόνιες σπουδές είναι ασύμφορες οικονομικά για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Η επιχειρηματολογία όμως η οποία τελικά επικράτησε μπορεί να αποδοθεί ως εξής:
“Το Ελληνικό σχολείο είναι αυτόνομο και όχι προβαθμίδα του Γυμνασίου, και οφείλει να εκπαιδεύει με πληρότητα , η οποία είναι μεγαλύτερη μέσα από ένα πρόγραμμα σπουδών με εξαετή διάρκεια».
Ως προϋποθέσεις για την ευόδωση των στόχων του Αστικού σχολείου τίθενται η ανταπόκριση των σκοπών του σχολείου με τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας και η εξεύρεση επαρκούς και ικανού προσωπικο. Στην ίδια συνεδρίαση αποφασίζεται η μη υποβολή των αποφοίτων της Αστικής σχολής σε εξετάσεις για την είσοδό τους στο Γυμνάσιο, όπως είχε προταθεί αρχικά.
 Οι προτάσεις του Παπαπαύλου οι οποίες κατατίθενται με άψογο διαδικαστικά τρόπο και περιλαμβάνουν τη συγγραφή Υπομνήματος υπογεγραμμένου από το σύνολο των διδασκόντων στο Μοναστήρι μαρτυρούν την ποιότητα της παιδαγωγικής του κατάρτισης. Η πνευματική συγκρότηση του συγκεκριμένου ατόμου διαμορφώνεται με την επίδραση  ορισμένων συνθηκών, οι οποίες τον προσδιορίζουν και τις οποίες εκφράζει με την όλη στάση του: των μηνυμάτων που αποκομίζει από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μετά το πρώτο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο που έγινε στην Αθήνα το 1904 , της κίνησης της μεταρρυθμιστικής παιδαγωγικής με την οποία φαίνεται ότι έρχεται σε επαφή στη διάρκεια των σπουδών του στη Λειψία, αφού όπως καταγράφεται στα Πρακτικά ο Γυμνασιάρχης Λέων Παπαπαύλου, ήταν διδάκτορας , και είχε σπουδάσει Παιδαγωγικά στη Λειψία , και του ρεύματος του εκπαιδευτικού δημοτικισμού που ανδρώνεται την ίδια περίοδο στην Αθήνα.
Η ιδεολογική συγγένεια  των θέσεων που εκφράζονται από τον Παπαπαύλου με το κλίμα και τις αποφάσεις του Συνεδρίου αφορά στον χαρακτήρα της στοιχειώδους εκπαίδευσης, η οποία κατά τον Γυμνασιάρχη πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας . Πραγματικά ,οι εισηγητές στα πλαίσια του πανελλήνιου συνεδρίου, στο οποίο μετείχε σε τιμητική θέση εκπρόσωπος της κοινότητας Μοναστηρίου, αναφέρονταν μέσα από τη διαδικασία υποβολής Υπομνημάτων στην ανάγκη απόδοσης έμφασης σε πρακτικές και χρήσιμες γνώσεις, ενώ παράλληλα τάσσονται υπέρ της καθιέρωσης της εξαετούς διάρκειας των Δημοτικών σχολείων «καθ όσον η μέχρι τούδε τετραετής φοίτησις δεν ανταποκρίνεται εις τας ανάγκας του σύγχρονου πρακτικού και θεωρητικού βίου».
 Η διαφορά ανάμεσα στο αίτημα για εξάχρονη διάρκεια της στοιχειώδους εκπαίδευσης που συναντάμε στο Συνέδριο και στο σκεπτικό που διατυπώνεται στο Υπόμνημα του Παπαπαύλου έγκειται κυρίως στη γερμανική παιδεία του Παπαπαύλου η οποία τον κάνει να προτάσσει το επιχείρημα της αυτονομίας της στοιχειώδους εκπαίδευσης η οποία ολοκληρώνεται με τον συγκερασμό του Αστικού σχολείου και του Ελληνικού σχολείου και προϋποθέτει τη χρονική διάρκεια των εξι ετών.
Πραγματικά το ρεύμα της μεταρρυθμιστικής Παιδαγωγικής το οποίο δημιουργείται στη Γερμανία την περίοδο αυτή δίνει έμφαση στην στοιχειώδη εκπαίδευση, αξιώνει την προσαρμογή του σχολείου στην παιδική φύση και προϋποθέτει ουσιαστικά μια νέα ανθρωπολογία του παιδιού[34]. Οι σπουδές του παπαπαύλου στη Λειψία την ίδια περίοδο κατά την οποία Διευθυντής του Ανωτέρου Δημοτικού Παρθεναγωγείου είναι ο Hugo Gaudig δεν πρέπει να τον αφήνουν ανεπηρέαστο, αν και δε διαθέτομε βιογραφικά στοιχεία για τον Παπαπαύλου, πέρα από τις αναφορές του αρχειακού υλικού. Η έννοια όμως της αυτονομίας την οποία ο ίδιος χρησιμοποιεί για να τεκμηριώσει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των στόχων του αστικού σχολείου και την απεξάρτησή του από το δευτεροβάθμιο σχολείο είναι πιθανόν να οφείλεται σε επίδραση του μεγάλου γερμανού παιδαγωγού, ο οποίος τη θεωρεί έννοια κλειδί. Η διαφορά βέβαια βρίσκεται στο γεγονός ότι για τον Gaudig η έννοια αφορά στον μαθητή ως πρόσωπο, ενώ ο Παπαπαύλου τη μεταθέτει σε μια εκπαιδευτική βαθμίδα. Η φοίτησή του όμως στη Λειψία την περίοδο που δίδασκε εκεί ο Gaudig τεκμηριώνει μια συγγένεια ατμόσφαιρας. Επιπλέον σε γερμανικές επιδράσεις πρέπει να οφείλεται τόσο η βαρύτητα την οποία αποδίδει στη στοιχειώδη εκπαίδευση, όσο και η εμμονή στο εξατάξιο σχήμα των δύο βαθμίδων.
Η εμπλοκή του Παπαπαύλου με το ρεύμα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού δεν πιστοποιείται από αναφορές του αρχείου ή από άλλα γεγονότα. Η διακοπή όμως της επαγγελματικής του σχέσης με το Μοναστήρι και η πρόσκλησή του στην Αθήνα η οποία αναφέρεται στα Πρακτικά πιστοποιεί τη σχέση του με το πνευματικό και ιδεολογικό κλίμα της πρωτεύουσας . Η απουσία όμως λοιπόν αναφορών μας απαλλάσσει από την ευθύνη να τον κατατάξομε σε ένα από τα χαρακώματα που διαμορφώνονται αυτήν ακριβώς την περίοδο στην Αθήνα.
 Αξιολογώντας τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Παπαπαύλου καταλήγομε στο συμπέρασμα ότι η παιδαγωγική του παρέμβαση είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ως εξωτερική μεταρρύθμιση, αφού αφορά στη διάρθρωση των σχολικών βαθμίδων. Η συλλογιστική την οποία αναπτύσσει και η οποία αφορά σε εκσυγχρονιστικές προσπάθειες στο επίπεδο των προγραμμάτων και των εκπαιδευτικών παραμένει στο επίπεδο της θεωρίας , αφού δεν καταγράφονται στα πρακτικά μεταβολές προς την κατεύθυνση αυτή. Εξάλλου οι κοινοτικές δομές ήταν τόσο ανελαστικές, ώστε η υπέρβαση τόσων φορέων να καταντά μια αληθινή περιπέτεια.


Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΤΩΝ 1910-1912


Tο σχολικό έτος 1910 έχουμε το σταδιακό πέρασμα από το 6τάξιο στο 7τάξιο ή στο 8τάξιοΓυμνάσιο. Η αδυναμία διατύπωσης ενός συγκεκριμένου συμπεράσματος για τις προθέσεις των παραγόντων της εκπαιδευτικής διαδικασίας οφείλεται από τη μια στην έλλειψη Πρακτικών του Συλλόγου διδασκόντων για την περίοδο αυτή και από την άλλη στην απουσία ανάλογων αναφορών από τα βιβλία της Εφορείας. Η μοναδική ένδειξη η οποία αναγράφεται στο Μαθητολόγιο του 1910-11 και συγκεκριμένα στο δεξί περιθώριο με το χέρι , και λέει τα  εξής: «Παρατηρήσεις: δι έλλειψιν χώρου εν τω Γυμνασίω η Α τάξις Σχολαρχείου εδιδάσκετο κατά το σχολικόν τούτο έτος εν τη Μουσικείω Αστική Σχολή υπαγομένη εν τη δικαιοδοσία του Διευθυντού αυτής» . Αν η πρόθεση επομένως της εκχώρησης μιας τάξης Σχολαρχείου σημαίνει στην πράξη 7τάξια Αστική Σχολή , τριτάξιο κύκλο ελληνικού σχολείου και τετρατάξιο Γυμνάσιο, πρόκειται για μια ακόμα παρέμβαση στα δυσδιάκριτα όρια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Θα μπορούσε μάλιστα αυτό να ερμηνευτεί και ως άνοδος του κύρους και της δύναμης του Αστικού Σχολείου σε βάρος αυτής του Γυμνασίου , γεγονός που θα άξιζε επίσης να σχολιαστεί. Μια τέτοια εκδοχή θα μας βοηθούσε να ερμηνεύσομε τη μεταβολή που επέρχεται στο Γυμνάσιο ως  επαναφορά σε 3τάξιο προκαταρκτικό κύκλο σπουδών μέσης,, και τέσσερις γυμνασιακές τάξεις..
 Όπως καθίσταται όμως  εμφανές στο Μαθητολόγιο του 1911, το έτος 1911 η Α σχολαρχείου επανέρχεται στο Γυμνάσιο, με αποτέλεσμα να προσμετράται στο σχήμα ενός 8τάξιου πλέον Γυμνασίου, με 4 τάξεις ελληνικού και 4 Γυμνασίου. Επομένως αναγκαζόμαστε με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα να δεχτούμε ότι η μετακίνηση εκείνη της Α Σχολαρχείου ήταν προσωρινή, υπαγορευόταν από τις ανάγκες της υλικοτεχνικής υποδομής και δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση ενός διαφορετικού παιδαγωγικού προβληματισμού.
  Είναι  λοιπόν φανερό ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Μοναστήρι αποτελείται  την περίοδο 1911-1913 από δύο κύκλους σπουδών, το 4τάξιο Σχολαρχείο και το 4τάξιο Γυμνάσιο. Στην ορολογία της ιστορίας της εκπαίδευσης του μακεδονικού χώρου ο όρος Σχολαρχείο  είναι γνωστός και παραπέμπει στον τύπο εκείνο του σχολείου ο οποίος περιλαμβάνει τρεις τάξεις Ελληνικού σχολείου και μία τάξη Γυμνασίο. Η εμπειρία όπως από την τυπολογική ταξινόμηση των σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Μακεδονία οδηγούσε μέχρι τώρα στο συμπέρασμα ότι το Σχολαρχείο μετεξελισσόταν , όταν είχαν προστεθεί και οι άλλες τάξεις , σε 7τάξιο Γυμνάσιο. Ο συγκεκριμένος τύπος του 8ταξίου Γυμνασίου είναι πρωτοτυπία του Μοναστηρίου και δεν απαντάται σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας της περιόδου αυτής. Ο ίδιος τύπος σχολείου υφίσταται  στο Μοναστήρι και την περίοδο 1912-1913, μόνο που οι μαθητές που εγγράφονται στο Σχολαρχείο και στο Γυμνάσιο Μοναστηρίου είναι μόλις 93, μείωση η οποία προοιωνίζει την αποχώρηση των Ελλήνων από την περιοχή.


Πηγή: ‘’Παιδαγωγικοί προβληματισμοί και μεταρρυθμιστικοί πειραματισμοί στο Γυμνάσιο Μοναστηρίου Πελαγονίας (1876-1912):η εκσυγχρονιστική ορμή και το αίτημα της εθνικής επιβίωσης.’’ Σοφία Ηλιάδου-Ταχου. Λέκτορας ΠΤΔΕ Φλώρινας ΑΠΘ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Εργασία στο μάθημα ΝΕΦ 206

Η διαδρομή του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα

ΛΕΞΙΚΟ ΑΤΑΚΩΝ

Η "Ρόζα" και το ιστορικό - ιδεολογικό της υπόβαθρο

Σουηδία: βίωμα ενότητας υπό το ορθόδοξο πρίσμα

Εσπερία Θεσσαλονίκη – πολιτιστικές διαδρομές (Α΄μέρος)

κινηματογράφος-θέατρο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2011