Εργασία στο μάθημα ΝΕΦ 206

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ
Το Σόλο του Φίγκαρω

Εργασία στο μάθημα ΝΕΦ 206
Καθηγήτρια: Μ. Μικέ
Φοιτητές: Κανδηλάπτη Γεωργία
Καραγκιοζόπουλος Θωμάς












Βιογραφία του λογοτέχνη
Ο Γιάννης Σκαρίμπας (Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, 28 Σεπτεμβρίου 1893 – Χαλκίδα, 21 Ιανουαρίου 1984) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας.

Η ζωή του
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας από την Αγία Ευθυμία της Φωκίδας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Αίγιο και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στην Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής.
Στα γράμματα εμφανίστηκε κατά την δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, όταν έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό Ο καπετάν Σουμερλής ο Στουραΐτης, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα.
Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του την ζωή στην Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.


Εργογραφία

• Καϋμοί στο Γριπονήσι, διηγήματα (1930)
• Το θείο τραγί, διηγήματα (1933)
• Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935)
• Ουλαλούμ, ποιήματα (1936)
• Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939)
• Εαυτούληδες, ποιήματα (1950)
• Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1950)
• Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959)
• Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961)
• Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968)
• Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970)
• Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορία (1971–1977)
• Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971)
• Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
• Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973)
• Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976)
• Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976)
• Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977)
• Τα πουλιά με το λάστιχο, χρονογραφήματα (1978)
• Τα καγκουρώ, θέατρο (1979)
• Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979)
• Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980)
• Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980)


ΥΠΟΘΕΣΗ

Το Σόλο του Φίγκαρω είναι, ενδεχομένως, το πιο πρωτοποριακό και τολμηρό μυθιστόρημα της Γενιάς του Τριάντα και της εποχής του συγγραφέα. Παράλληλα, αποτελεί το πιο σημαντικό έργο της πεζογραφικής παραγωγής του Σκαρίμπα, διότι σε αυτό απαντούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους , στην πιο δραστική τους εκδοχή.
Το μυθιστόρημα εκδόθηκε προς το τέλος μιας πολύ γόνιμης δεκαετίας , το 1939 , οπότε η ανανέωση του ποιητικού πεζού λόγου είχε σχεδόν συντελεστεί: η Γενιά του Τριάντα έχει κάνει την εμφάνισή της με μερικά από τα δραστικότερα έργα της , και ο εσωτερικός μονόλογος και ο υπερρεαλισμός έχουν δώσει σημαντικά δείγματα γραφής.
Το 1939 στο Σόλο του Φίγκαρω παρουσιάζεται στη Χαλκίδα ο Αντώνης Σουρούπης , ένας απίθανος άνθρωπος που αμέσως ερωτεύεται μια μυστηριώδη γυναίκα, τη Νίνα Δολόξα. Η υπερευαίσθητη Νίνα, η οποία θέλει αλλά δεν έχει τη δύναμη να αυτοκτονήσει, πείθει το Σουρούπη ότι διαθέτει μιαν όμοια με την ίδια κούκλα , τη Λουίζα, η οποία τραγουδά το σόλο του Φίγκαρω όταν της μπήξει κάποιος στην καρδιά ένα μαχαίρι. Ο Σουρούπης ακολουθώντας τις οδηγίες – εντολές της σκοτώνει την ίδια τη Λίνα Δολόξα. Το όνομα εδώ του πρωταγωνιστή δεν ταυτίζεται με το όνομα του συγγραφέα . Διαπιστώνουμε , ωστόσο , ότι το επώνυμο «Σουρούπης» είναι τρισύλλαβο, με τον ίδιο τονισμό, και όλα του τα σύμφωνα περιλαμβάνονται στο επώνυμο «Σκαρίμπας».
Ο Αντώνης Σουρούπης, ο ήρωας του βιβλίου, παρουσιάζεται στην αρχή μπροστά μας χαμένος σε μια «πλήξη ανόητη – όρνιο πούχει στα ίδια φτερά του βουλιάξει». Αυτή η συγκλονιστική εικόνα της πλήξης μας βάζει αμέσως σε θέση αναμονής – που δεν κρατάει πολύ. Παρασερνόμαστε μαζί του σ’ έναν στρόβιλο περιστατικών, χωρίς να καταλαβαίνουμε αμέσως ποιά είναι η αληθινή υπόστασή τους: είναι έργα της φυσικής πορείας της ζωής , έργα του Αντώνη Σουρούπη ή διασκευές του; Γι’ αυτό, μ’ όλο που στην αρχή μας φαίνονται χωρίς τίποτε το ξεχωριστό, γίνονται σε λίγο παράξενα, σε χρώματα και σχήματα, πυροτεχνήματα πάνω από τη Χαλκίδα. Ο ήρωας –αυτός που ίσως τα εκτοξεύει- περπατάει στους δρόμους χαρούμενος: η χαρά έχει γίνει τώρα μέθη- την πορεία του θέλοντας ίσως να εισβάλει σα σφήνα μέσα σ’ αυτή τη λογική. Ώσπου βρίσκεται κυκλωμένος – δεν υπάρχει πια δρόμος για υποχώρηση. Μπροστά λοιπόν – ίσως να ξέχασαν μια πόρτα από την άλλη πλευρά. Μπροστά, επί πτερύγων οίστρου ρεζίλικου! Η πόρτα βρίσκεται, ανοιγμένη όμως από τους άλλους: «Ακούστε, πάρτε τούτο» - ένα μαχαίρι. «Θα πάτε κατ’ ευθείαν στα σπίτι μου και θα μπείτε αδιστάκτως… Να προχωρήσετε σιγά και να την πιάσετε από τον ώμο τη. Να της χώσετε κατόπι ευθύς το στιλέτο και ακριβώς στην καρδιά!... Και τότε θα ακούστε! Θ’ ακούστε τότε ένα μοτίβο του Φίγκαρω να παίζη αυτή φλάουτο!» Ο Αντώνης Σουρούπης μαγεμένος πηγαίνει για κει που του λένε μα το στιλέτο στο χέρι. Κ’ η υπόσχεση –για το σόλο του Φίγκαρω- γίνεται μια αναγκαστική αναμόρφωση. Η Χαλκίδα θα ησυχάσει – δε θα σηκώσει πια το κεφάλι της ψηλά, ξαφνιασμένη από τα’ ακατανόητα πυροτεχνήματα.
Ο τίτλος του έργου , φανερά συνδεδεμένος με τη μουσική , λειτουργεί ανατρεπτικά, αφού το σόλο του Φίγκαρω δεν ακούγεται ποτέ. Εδώ η εξάλειψη των ορίων ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη. Η σχέση ποίησης κα μυθιστορήματος , όπως παρατηρεί η Κατερίνα Κωστίου , «πραγματώνεται σε επίπεδο γραφής με την ενσωμάτωση στο μυθιστόρημα οκτώ ποιημάτων , κάτι που αποτελεί διαδικασία απολύτως συνειδητή». Μάλιστα στο έργο υπάρχουν στίχοι υπερρεαλιστικής υφής, άλλοτε ελαφρώς παραλλαγμένοι και άλλοτε όχι, σε πεζό λόγο , από ποιήματα του συγγραφέα.


ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΣΟΛΟ ΤΟΥ ΦΙΓΚΑΡΩ

Με κυρίαρχο όπλο τη σάτιρα, ο Σκαρίμπας παρωδεί τον υπερρεαλισμό και παράλληλα στρέφεται εναντίον του παραδοσιακού μυθιστορήματος , φτάνοντας σε μια ακραία γραφή. Με τη σύνθετη αφηγηματική του τεχνική και τον αναρχικό του λόγο, με τη στρυφνή του σύνταξη και την κατακερματισμένη του στίξη ανατρέπει κάθε κανόνα αποδεικνύοντας την ανεπάρκεια της γλώσσας να εκφράσει την πραγματικότητα . Συγχρόνως, υποδηλώνει στον αναγνώστη τη διαδικασία σύνθεσης του μυθιστορήματός του, επωμίζοντάς τον με το βάρος της αποκωδικοποίησής του.
Το έργο εγκαινιάζει την αναζήτηση , αν όχι υπονόμευση, των αποτόκων του συμβολισμού , σημαντικός εκφραστής των οποίων είναι στη δεκαετία του ’30 ο υπερρεαλισμός. Το κίνημα συνδεδεμένο με την ψυχανάλυση και την ντανταιστική διχοτόμηση προσώπων και πραγμάτων , διεκδικεί στις πηγές του υποσυνειδήτου και της σχιζοφρένειας την καταγωγή της γλώσσας και της γραφής. Η κριτική υποδοχή του Αντώνη Σουρούπη , ψευδωνυμικού Μαριάμπα και προσωπείου του συγγραφέα , έκλινε προς αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Άλλωστε , και το όνομα του ανακαλεί το σουρεαλισμό. Στην απορία αν ο Σκαρίμπας κάνει υπερρεαλισμό ή τον σατιρίζει, η Κατερίνα Κωστίου αποδίδει στην υπονομευτική υπόσταση του έργου τη σύγχυση και την αμηχανία των κριτικών , ιδιότητα που απαντάται τόσο σε επίπεδο πρόθεσης όσο και σε επίπεδο λειτουργίας , προσιδιάζουσα επιπλέον στην παρωδία. Παρωδία αποτελεί το γεγονός ότι σατιρίζεται ο υπερρεαλισμός τη στιγμή που οι προβολές του υποσυνειδήτου αποτελούν βασικό υλικό γραφής. Στο μυθιστόρημα επανέρχονται μοτίβα, εικόνες και αυτούσιες φράσεις από το έργο Ελλήνων και ξένων υπερρεαλιστών , ενσωματωμένα όμως στον ειρωνικό λόγο του ήρωα –Αφηγητή . Παράδειγμα ,το δοκίμιο περί υπερρεαλισμού , που αναπτύσσει ο ήρωας .Η έκτασή του περιορίζεται στη δεύτερη έκδοση του έργου ενισχύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σατιρική πρόθεση του ομολούντος.
Η κριτική αντιμετώπισε το μυθιστόρημα του Σκαρίμπα - με ελάχιστες εξαιρέσεις – αρνητικά, αδυνατώντας να αποφανθεί αν το έργο είναι όντως μυθιστόρημα και αν ο συγγραφέας σατιρίζει τον υπερρεαλισμό ή γράφει υπερρεαλιστικό μυθιστόρημα. Υπεύθυνη για αυτή τη σύγχυση είναι η υπονομευτική υπόσταση του έργου και η επιθετική στάση του συγγραφέα .
Στην παρατήρηση του Mario Vitti ότι με το έργο αυτό ο Σκαρίμπας φτάνει σε καταστάσεις συγγραφής όπου ο εσωτερικός μονόλογος θα συγχωνευτεί με τη συνειρμική διαδικασία του υπερρεαλισμού, δικαιώνεται το σύνολο σχεδόν της κριτικής που συνέδεσε , πολλαπλώς ,το μυθιστόρημα με την καινοφανή στον ελληνικό χώρο τάση της αυτόματης γραφής. Ο Π. Μουλλάς εντάσσει το έργο στις ανανεωτικές πνοές της δεκαετίας του 1930 χαρακτηρίζοντάς το ριζοσπαστικό, με έναν υπερρεαλισμό που μοιάζει ταυτόχρονα υποκείμενο και αντικείμενο , γλώσσα και μεταγλώσσα. Ιδιαιτέρως αρνητικός είναι ο Αιμ. Χουρμούζιος αφαιρώντας εξ ορισμού από τον υπερρεαλισμό το δικαίωμα στην πρόζα: Ο συγγραφέας έγραψε , αθέλητά του ίσως , ένα «υπερρεαλιστικό» μυθιστόρημα, αλλά της χειρότερης μορφής…. Απαντώντας στο Χουρμούζιο με ανάλογη προς τις αιτίες διάθεση , ο Σκαρίμπας επικαλείται τη σχετικότητα της αλήθειας, ενώ ο Β.Βαρίκας αντιζυγίζει την κριτική αναγνωρίζοντας στο συγγραφέα την ικανότητα να αφομοιώνει τα διδάγματα του υπερρεαλισμού που τόσο θορύβησε την περίοδο του Μεσοπολέμου.
Ο Γ.Χατζίνης , αμήχανος μπροστά στις πραγματικές προθέσεις του συγγραφέα , οροθετεί έναν σουρεαλισμό σκαριμπικό, εξαιρετικά διασκεδαστικό , ευρηματικό. Και ο Κ.Λαβίθης αισθάνεται διαβάζοντας το έργο με δυνατή , φανερή και διαρκή ένταση , την εξτρεμιστική και σουρεαλιστική κατάσταση που κυριεύει σε εξαιρετικές στιγμές έναν εξαιρετικό άνθρωπο , εννοώντας πιθανώς τον Αντώνη Σουρούπη. Από τη νεώτερη οπτική, ο Κ. Σταματίου αποδέχεται θετικότατα αυτή την εκδοχή: Θα τον βαφτίσουν «σουρεαλιστή». Είναι , με την έννοια της καθολικής επαναστατικότητας που περικλειόταν στο «Σουρεαλιστικό Μανιφέστο του Αντρέ Μπρετόν. Όμως , έχουμε να κάνουμε με όχι εξ επιδράσεως αλλά αυτοφυή , χαλκιδέικο , ρωμέικο σουρεαλισμό…
Αναλυτικότερος ο Γ.Δ.Παγανός , αφιερώνει στο ζήτημα ειδικό άρθρο , όπου θεωρεί αβασάνιστο το συμπέρασμα ότι τα κείμενά του είναι υπερρεαλιστικά, αφού η μερίδα της κριτικής που υιοθετεί αυτή τη σχέση επηρεάζεται από την ανατρεπτική εικονοποιία, την ανατροπή της λογικής τάξης και την εισβολή του παραλόγου. Παραθέτοντας επίμαχα αποσπάσματα από το Σόλο του Φίγκαρω που αποτελεί το μήλο της υπερρεαλιστικής έριδος , προχωρεί σε γενικότερες διαπιστώσεις που ισχυροποιούν τα μέχρι τώρα ψυχογραφικά πορτραίτα των σκαριμπικών ηρώων:
Ο αντιήρωας αφηγητής του στα περισσότερα πεζογραφήματά του συμπεριφέρεται όπως ο φαρσέρ ή ο κλόουν του τσίρκου , που με διάφορες παντομίμες και χοντροκομμένες κινήσεις προκαλεί γέλιο στους θεατές αυτογελοιοποιούμενος συγχρόνως. Αν θέλαμε να δούμε κάποιες αναλογίες και ομοιότητες , θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τον αντιήρωα του Σκαρίμπα με το Σαρλώ του Τσάρλι Τσάπλιν ή να βρούμε στα έργα του κάποιες συγγένειες π.χ. με το θέατρο του παραλόγου του Ιονέσκο , αλλά σε καμία περίπτωση με τον υπερρεαλισμό. Απεναντίας η γελοιογραφική εκμετάλλευση του κινήματος στο Σόλο του Φίγκαρω απηχεί μάλλον το κοινό αίσθημα που εκδηλώθηκε εχθρικά στα πρώτα υπερρεαλιστικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν στον τόπο μας. Στο κείμενο αυτό οι αναφορές στον υπερρεαλισμό υπηρετούν συγκεκριμένη σκοπιμότητα : τη γελοιοποίηση όχι μόνο του συγκεκριμένου κινήματος αλλά όλης της διαδικασίας της λογοτεχνικής δημιουργίας. Με άλλα λόγια είναι κ αυτό ένας από τους τρόπους του σκαρίμπειου παιχνιδιού.
Σουρεαλιστικό και ποιητικό θεωρεί το έργο ο Henri Tonnet που διαβάζει κάτω από την πρόκληση και το παράλογο σενάριο μια πολύ πνευματώδη αμφισβήτηση του παραδοσιακού ελληνικού μυθιστορήματος , αλήθειες καινούριες για την Ελλάδα του μεσοπολέμου : Το πιο αληθινό πρόσωπο είναι στην πραγματικότητα μια μαριονέτα που βρίσκεται ολοκληρωτικά στην εξουσία του δημιουργού της.. Ο Σκαρίμπας παίζει με τις συμβάσεις του μυθιστορήματος για να τις γελοιοποιήσει .
Στο εσωτερικό του πεζογραφικού του σώματος ο Σκαρίμπας διχάζεται ανάμεσα στην υπερρεαλιστική και ειρωνική του διάθεση προβληματίζοντας τον αναγνώστη για την πραγματική εστία της αφήγησης και φροντίζοντας να οικοδομεί κυριολεξίες με υλικά υπονόμευσης . Σε επίπεδο εικονοποιίας και λεκτικών κατασκευών προδίδεται μια διάθεση υπέρβασης των παραδοσιακών εκφραστικών σχημάτων κι αυτό συνιστά ήδη ανατρεπτική διάθεση η οποία συχνά δικαιολογεί την υπερρεαλιστική ανθολόγηση , εκεί τουλάχιστον που δεν προκύπτει , από την περιγραφόμενη ατμόσφαιρα, διάθεση παρώδησης ή ανάλογος υπαινιγμός.

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ
Επ’ αυτού υπάρχει μία αξιοσημείωτη ομοιότητα ανάμεσα στον Φίλιπ Ντικ και στον Γιάννη Σκαρίμπα: και οι δύο έχουν χρησιμοποιήσει ένα συγκεκριμένο θέμα, έχουν περιγράψει ένα ιδιόρρυθμο σύμπτωμα σχιζοφρένειας με αρκετά όμοιο τρόπο.

Πρόκειται γι' αυτό που στην ψυχιατρική ονομάζεται Σύνδρομο Capgras. Ο πάσχων έχει την έντονη πεποίθηση ότι οικεία του πρόσωπα έχουν αντικατασταθεί από «απατεώνες», ότι πίσω από τη γνωστή εξωτερική μορφή και συμπεριφορά κρύβεται κάτι ξένο, κάποιος «εισβολέας»• κάποιος σωσίας ή εξωγήινος ή ρομπότ ή κάποιος που υπέστη πλαστική εγχείριση ώστε να μοιάζει με το οικείο πρόσωπο ή κάποιος που σκότωσε το οικείο πρόσωπο και ενδύθηκε το δέρμα του. Σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, ο πάσχων νομίζει ότι και ο ίδιος δεν είναι παρά ένα αντίγραφο, φτάνει ως το σημείο να μην αναγνωρίζει ούτε το είδωλό του στον καθρέφτη. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, ο πάσχων νομίζει ότι ακόμα και ζώα ή αντικείμενα του περιβάλλοντός του έχουν αντικατασταθεί.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι πάσχοντες συνήθως δεν ερμηνεύουν αυτήν την κατάσταση με συνομωσιολογικά σενάρια, δεν καταφεύγουν στο συμπέρασμα ότι κάποιος τους έχει βάλει στόχο• για την ακρίβεια, δεν ερμηνεύουν καθόλου την κατάσταση, συνήθως τα έχουν χαμένα και δεν μπορούν να βγάλουν συμπέρασμα.

Μέσα στο τενεκέ βρίσκονταν τα απομεινάρια του πατέρα του, του πραγματικού του πατέρα. Τα κομμάτια που το πράγμα-πατέρας δεν είχε χρησιμοποιήσει. Τα κομμάτια που είχε απορρίψει ... Αυτό ήταν ό,τι είχε αφήσει το πράγμα-πατέρας, είχε φάει το υπόλοιπο. Είχε πάρει τα σωθικά και τη θέση του πατέρα του. [Philip Dick, The Father-Thing, 1954]
Ποιος ξέρει τι σκέφτεσαι, από τι ροδίτσες μικρές κι ελατήρια είσαι από μέσα καμωμένη. [Γιάννης Σκαρίμπας, Το Σόλο του Φίγκαρο, 1939]

Το Σόλο του Φίγκαρο αποτελεί μία έξοχη περιγραφή του συνδρόμου C στην ελληνική λογοτεχνία.
Είναι όμως ένα δύσκολο βιβλίο.
Πέρα από τις άφθονες αναφορές του στον -επίμαχο τότε- σουρεαλισμό και από το ιδιότυπο της γλώσσας, το πρόβλημα στην ανάλυσή του έγκειται στον αφηγητή• τι συμπέρασμα να βγάλει κάποιος από την πλοκή όταν αυτός που διηγείται είναι ένας ψυχικά ασθενής, κάποιος που από τις πολλές αρρώστιες "άρχισε να εννοεί πλαγίως"; Σχεδόν κάθε γεγονός στις σελίδες του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους, είτε ως πραγματικό είτε ως παραίσθηση ενός τρελού -στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα μυθιστόρημα ΕΦ, στη δεύτερη έχουμε την απλή εξιστόρηση μιας επαρχιακής τραγωδίας.




«Το παραδοξολογείν είναι η μητέρα της σάτιρας»(Γιάννης Σκαρίμπας)

Βλέποντας και εξετάζοντας το έργο του Σκαρίμπα συνολικά, θα λέγαμε πως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Σόλο του Φίγκαρω αποτελεί το σημείο κορύφωσης της πεζογραφικής του παραγωγής, με την έννοια ότι στο έργο αυτό απαντούν τα βασικότερα θεματικά μοτίβα της μυθολογικής του πραγματικότητας, που είναι
α) να διαλύει τη σύσταση των πραγμάτων, όπως αυτή συντίθεται από το λόγο του
β) να διαλύει την αλήθεια της υπόστασης των πραγμάτων. Ετσι, οι άνθρωποι και τα ζώα παρουσιάζονται με διπλή μορφή σαν όντα έμψυχα και σα μηχανές ρομπότ
γ) μετατοπίζεται η γήινη υπόσταση του ανθρώπου στο παραμύθι. Η απιθανότητα της νέας μυθολογίας του Σκαρίμπα συνδυάζεται με μιαν ακτινοβολία ερωτική, γεγονός που μας οδηγεί προς τον κόσμο που κάποιοι ονομάζουν feerique, δηλαδή μαγικό.
δ) μετατοπίζει τα πράγματα έξω από την αναγκαιότητα και τη διατεταγμένη ηθική τάξη. «Κάνω ό,τι θέλω· ό,τι αν θέλω μπορώ να πω ταραράμ ή λίγο αντιθέτως ταμπάραμ. Αρκεί να μου άρεζε». Εδώ βρίσκουμε μια μικρή αντανάκλαση της αγωνιώδους πάλης του Ντοστογιέφσκι να βγει έξω από την αναγκαιότητα και τη θριαμβική κραυγή του ήρωά του. Ο άνθρωπος τοποθετείται σ’αυτό που μπορεί να γίνει, όχι σ’αυτό που είναι, κι έτσι λυτρώνεται.
Στο σόλο του Φίγκαρω διαπλέκονται οργανικά τα θεμελιακά χαρακτηριστικά της γραφής του, τα οποία αποτελούν και χαρακτηριστικά της νεωτερικής πεζογραφίας όπου ο αναγνώστης θεωρείται συν-δημιουργός, αφού στις πλάτες του εναποτίθεται το καθήκον-δικαίωμα να νοηματοδοτήσει το κείμενο μαζί, αντίθετα ή και ερήμην των προθέσεων του συγγραφέα. Σε τι συνίστανται αυτά τα χαρακτηριστικά:

1) Κατάργηση της πλοκής και σύνθετη αφηγηματική τεχνική. Το μυθιστόρημα αποτελείται από έξι (6) άνισα μέρη, με την αφήγηση να πλέκεται γύρω από έναν κεντρικό θεματικό άξονα. Όλα τα γεγονότα, μέσα από την οπτική γωνία του ήρωα και του αμφιλεγόμενου λογικού του, μετεωρίζονται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, εφόσον πολλές φορές τα όρια των δύο συγχέονται. Τόσο ο βασικός μύθος, όσο και τα επιμέρους θεματικά μοτίβα δεν ολοκληρώνονται. Ενδεχομένως αποτελούν το άλλοθι του συγγραφέα και αυτό που στα αλήθεια τον ενδιαφέρει δεν είναι η αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά η δυνατότητα της γλώσσας να δημιουργήσει μία πραγματικότητα.
2) Σχηματικά πρόσωπα ή απλώς υπαινικτικές διατυπώσεις τους. Κανείς από τους ήρωες δεν ολοκληρώνεται ως χαρακτήρας, ούτε ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Όλα τα πρόσωπα του έργου αποτελούν απλώς θεματικές νύξεις που παραπέμπουν σε μία φανταστική πραγματικότητα, προκειμένου να αναδείξουν τα βασικά μοτίβα του έργου, δηλαδή: την ανεπάρκεια της γλώσσας να εκφράσει την πραγματικότητα και ιδίως να πλάσει μια καινούργια πραγματικότητα, τη συμβατικότητα του χρόνου, το ξέφτισμα της ζωής μέσα στα πράγματα, την αδυναμία της λογοτεχνίας να εκφράσει τη ζωή, την αυθαίρετη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου, την ομοιότητα μεταξύ λογικής και σχιζοφρένειας. Ποιητική της ανατροπής θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αισθητική πρόταση του Σκαρίμπα, όπου οι αποκλίνοντες ήρωες αποκαλύπτουν τις εξωραϊσμένες προθέσεις του συστήματος, αναποδογυρίζουν την εικόνα του κόσμου και καταγγέλλουν την κανονικότητα ως την κορύφωση του συγχρόνου δράματος. Η ποιητική του είναι τελικά μια σειρά τεχνικών που θεμελιώνουν τη διαδικασία του αποφενακισμού.
3) Ασάφεια ως προς το χρόνο και το χώρο. Ενώ ο χρόνος της ιστορίας είναι ο υπερσυντέλικος με αραιές εναλλαγές με τον αόριστο, πολλές φορές ταυτίζεται με το χρόνο της αφήγησης, που κινείται από τον αόριστο στον ενεστώτα και δημιουργείται η ασάφεια του πότε γράφτηκε η ιστορία, αν και στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου μας δηλώνεται εντός παρενθέσεως «Από τα χειρόγραφα του Αντώνη Σουρούπη». Ο χρόνος της αφήγησης σπάει την υποθετική αλληλουχία του πρώτου μέρους και αντανακλά πρισματικά τον κατακερματισμό της γλώσσας. Χρονική ρευστότητα που υποβοηθείται από ηθελημένες ανακολουθίες και προλήψεις. Ακόμη, ως τόπος δράσης αναφέρεται η αγαπημένη του πόλη Χαλκίδα, τόπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ενώ ή δράση θα μπορούσε να λάβει χώρα σε οποιονδήποτε μέρος. Οι ίδιες οι περιγραφές της πόλης, αντί να παραπέμπουν στον πραγματικό χώρο, μετουσιώνουν τη Χαλκίδα σε εσωτερικό τοπίο και την ανάγουν σε χώρο ουτοπικό, φιλοδοξώντας μάλιστα να την προάγει σε κέντρο της περιφερειακής λογοτεχνίας, γιατί πίστευε - πιθανόν δεν είχε άδικο- ότι οι επαρχιώτες συγγραφείς αγνοούνται ή παραγκωνίζονται από τους Αθηναίους συναδέλφους τους. Μιλάει γι’αυτήν με έναν βαθύτατο ερωτισμό σαν να απευθύνεται σε αγαπημένη γυναίκα. Eτσι, το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα μαζί της, και ο δεσμός τους παραπέμπει σε δύο άλλες περιπτώσεις συγγραφέων: στον Kαριωτάκη με την Πρέβεζα και τον Καβάφη με την Αλεξάνδρεια. Ακόμη κυριαρχεί η βυθομέτρηση της ανθρώπινης ψυχής σε καίριες εκδηλώσεις της, ενώ ο εξωτερικός χώρος θα ’λεγε κανείς ότι λειτουργεί προσχηματικά. Eίναι το ιδιωτικό κέλυφος που εγκλωβίζεται η ανθρώπινη μοίρα. Τέλος, η ίδια η αντίληψη του χώρου θεματοποιείται και παρωδείται μέσα στο έργο.
4) Αυτοαναφορικότητα. Το Σόλο του Φίγκαρω είναι ένα μυθιστόρημα που αποκαλύπτει συνεχώς τη διαδικασία της σύνθεσής του. Για να το πετύχει αυτό χρησιμοποιεί ειρωνεία, παρωδία και σάτιρα. Κοντά σε άλλα ο ίδιος είναι δύστροπος χαρακτήρας και ανατρεπτική φύση. Με εργαλείο τα παραπάνω, άλλοτε σαρκάζοντας και άλλοτε παίζοντας, ο Σκαρίμπας υπονομεύει κάθε βεβαιότητα, ακόμη και τον ίδιο του εαυτό και το ρεαλιστικό πεδίο. Εδώ η διαδικασία γραφής του μυθιστορήματος παρωδείται μέσα από την προσπάθεια του Αντώνη Σουρούπη να γράψει ένα μυθιστόρημα, απόπειρα η οποία καθοδόν εγκαταλείπεται. Ο ήρωας δεν κατορθώνει να γράψει μυθιστόρημα και οδηγείται στην τρέλα, σε αντίθεση με το συγγραφέα που ολοκληρώνει το μυθιστόρημά του. Σαν να αποτελεί το αντιστραμμένο του είδωλο. Τι σατιρίζει λοιπόν ο Γιάννης Σκαρίμπας; Με τις απόψεις να συγκλίνουν, μιλάμε για σάτιρα της διαδικασίας γραφής ενός μυθιστορήματος, τη στιγμή που ο ίδιος γράφει το μυθιστόρημα. Αυτή η σάτιρα βρίσκεται στο γενικότερο στόχο σάτιρας της σύγχρονης πεζογραφίας και ιδίως του ιδεολογικού μανιφέστου της γενιάς του 30. Σατιρίζεται και παρωδείται η διαδικασία συγγραφής ενός μυθιστορήματος κι έπειτα του αυτοματικού υπερρεαλισμού. Ο Σκαρίμπας υπονομεύει τον υπερρεαλισμό με τα δικά του μέσα και τρόπους. Γνωρίζοντας καλά ότι ο γέλως είναι όπλο ισχυρό, οδηγεί το λόγο του στα άκρα με τη μέθοδο της συσσώρευσης και της υπερβολής. Η προσποίηση υπερρεαλιστικού οίστρου και τα πεποιημένα υπερρεαλιστικά μέσα φαλκιδεύουν τον αυτοματικό υπερρεαλισμό, τον γελοιοποιούν και τον εκθέτουν ως αγυρτεία, παρά ως τέχνη
Αν η παρωδία του υπερρεαλισμού ήταν η αρχική πρόθεση του μυθιστορήματος, η σάτιρα του Σκαρίμπα δεν αρκείται σ’αυτό· αγκαλιάζει πλήθος θέματα, που τα περισσότερα αφορούν την ελληνική λογοτεχνική ζωή: τις λογοτεχνικές συντροφιές, την ξιπασιά της διανόησης, την υστεροφημία, την Ακαδημία, τα εκκλησιαστικά κείμενα, την ομοιοκαταληξία, τη φιλολογία, την ίδια τη λογοτεχνία, και το ίδιο ακόμη, το αναγνωστικό κοινό.
Σχέση ποίησης και πεζογραφίας στο έργο. Η σχέση ποίησης και πεζογραφίας δεν παρατάσσεται μόνο θεματικά, μέσω τω προβληματισμών του ήρωα, αλλά πραγματώνεται σε επίπεδο γραφής, με τη σκόπιμη σύγχυση των ειδών μυθιστόρημα-ποίηση. Το έργο αρχίζει με τη βασανιστική προσπάθεια της σύνθεσης μυθιστορήματος , το οποίο τελειώνει με ποίημα. Στο μυθιστόρημα ενσωματώνονται οκτώ ποιήματα, η ενσωμάτωση των οποίων αποτελεί ένα είδος κριτικής πράξης του συγγραφέα.
Στο Σόλο του Φίγκαρω υπάρχει γέλιο. Αρκετά θορυβώδες το γέλιο το σκαριμπικό για να είναι φούντωμα ζωικό, αλλά μάλλον μία ανάγκη να κρύψει κάποια κόλαση, κάποια δυστυχία. Αυτό το γέλιο μπορεί να προέλθει από τη συναίσθηση ελλείψεως υπεροχής, που ηχεί σαν κλάμα και από τη συναίσθηση υπάρχουσας υπεροχής. Το τελευταίο μοιάζει κακόγουστο, σε αντίθεση με το γέλιο της μειονεξίας. Γιατί ο Σκαρίμπας διακωμωδεί τον εαυτό του; Γνωρίζει ότι υπερέχει, αλλά και πιστεύει ότι κρατιέται σε μειονεκτική θέση. Θα επιθυμούσε καλύτερη θέση, αλλ’επειδή δεν την πετυχαίνει, παραμορφώνεται, γίνεται κατώτερος. Και έτσι, αφοπλίζεται ο εχθρός και έρχεται μια ικανοποίηση. Αλλά και πάλι, το κωμικό γέλιο πηγάζει από την αποτυχημένη μίμηση, την αποτυχημένη ισορρόπηση. Είναι γέλιο εσωτερικό, μεταμορφώνοντας τον εαυτό του έχει ανάγκη το γέλιο και γι’αυτό επεμβαίνει στη φυσική σύσταση των πραγμάτων και τα παραβιάζει όλα. Μια τεχνική γκροτέσκο, ιδωμένη εσωτερικά. Με το γκροτέσκο μπορεί και δημιουργεί ανθρώπους-βιόλες και ανθρώπους-ρομπότ και ανθρώπους-φωνές. Ετσι φαντάζεται ο Σκαρίμπας την πραγματικότητά του. Και το γκροτέσκο έχει φόντο την πληγωμένη καρδιά. Στο βάθος υπάρχει ο άνθρωπος, που κλωτσά πάνω σε όλα, που ανατρέπει τα πάντα και τα παραμορφώνει. Εσύ θα γελάσεις, αλλ’αυτός θα είναι δυστυχισμένος. Και αυτός που χάλασε, που έσπασε, αυτός ο κόσμος είναι ο ίδιος ο Σκαρίμπας. Μια παραμόρφωση που δρα ως φοβερή εκδίκηση εις βάρος των ανθρώπων που τον αδίκησαν. Η moralité του βιβλίου, η ηθικότητά του είναι έξοχη.


Λίγα λόγια για τη γλώσσα.
Φέρων και φερόμενος οργανισμός όλου του παιγνίου, που έχει στόχο να σατιρίσει γενικά τη βάρβαρη πραγματικότητα με τη γραφειοκρατία, την παρανοϊκότητα και τη λογοτεχνική ζωή είναι η γλώσσα. Ξαναπλασμένη και εξαρθρωμένη, κινείται ανάμεσα στη δημοτική, την καθαρεύουσα, το τοπικό ιδιόλεκτο της Χαλκίδας, την αργκό. Όλα όμως φιλτράρονται μέσα από την καταλυτική γλωσσική αίσθηση και δημιουργικότητα του συγγραφέα. Η γλώσσα κατακερματισμένη και μεταλλασόμενη, νευρώδης κι αιχμηρή αποκαλύπτει τη διαδικασία σύλληψης του υπαρκτού. Στην αποτυχημένη προσπάθεια του ήρωα να γράψε μυθιστόρημα αντανακλάται η δυσκολία που αντιμετωπίζει ο συγγραφέας λόγω της πεπερασμένης φύσης της γλώσσας. Εφευρίσκονται νέες λέξεις, για να αποδείξει ο συγγραφέας ότι μόνο με λέξεις αποσυνδεδεμένες από την αυθαίρετη και τετριμμένη σημασία τους υπάρχει ελπίδα να συλλάβουμε την ουσία των πραγμάτων.
Η ταραγμένη και βιασμένη γλώσσα είναι αποτύπωση του σαλεμένου νου των ηρώων και της βιασύνης τους να πουν το ουσιώδες, αδιαφορώντας για τη συντακτική τάξη. Ετσι έχουμε μια στρυφνή σύνταξη, που, όμως, παίζει καθοριστικό ρόλο στην αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα: αποστροφές στον αναγνώστη, σχολιασμός των δρωμένων ή των ηρώων από τον ίδιο τον αφηγητή, όλα υπηρετούνται από ένα μορφικό, φωνητικό, λεξιλογικό, συντακτικό παιχνίδι. Αποτέλεσμα: η αίσθηση του διαταραγμένου, του εκτός κανόνων και ορίων. Σ’αυτό το επίπεδο ο Σκαρίμπας πέραν της επιδιωκόμενης παρωδίας κάνει και πραγματικό υπερρεαλισμό, διότι προσπαθεί να φθάσει με την αλχημιστική καταβύθιση στην πρώτη ύλη της γλώσσας, στην απάτη και τη μαγεία.

Ο Σκαρίμπας είναι ένας εντελώς ξεχωριστός και εντελώς γνήσιος καλλιτέχνης. Από εκείνους που ξεφεύγοντας την πεπατημένη γνώριζαν να οδηγήσουν την τέχνη σε νέους κόσμους, όπου μακριά από τα καλά αισθήματα και την ορθοφροσύνη λατρεύει που έχει σύρει την πραγματικότητα σ’ένα καθαρό π α ι χ ν ί δ ι, αφήνοντάς την ανάλαφρη κι ελεύθερη. Λυτρωμένος ο Σκαρίμπας εν πολλοίς από τη ματαιότητα των ανθρωπίνων επιδιώξεων ήταν αυτός που πήρε τη ρεβάνς. Kαι εκεί που δεν του έδιναν σημασία τώρα τον τιμούν πολλές φορές. Αυτόν που πλήρης ημερών σάρκασε και την αδυναμία του να πιστέψει. Και κάλεσε τον παπά λίγο πριν πεθάνει να μεταλάβει και τον ξαπόστειλε, καθώς το γράψανε και οι εφημερίδες της εποχής...
Kι ήθελε ακόμη και την τελευταία στιγμή να παίξει και με το Θεό του ο αθεόφοβος…




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


-Γιάννης Σκαρίμπας, Το Σόλο του Φίγκαρω, επιμέλεια: Κατερίνα Κωστίου, ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα, 1992
-Για τον Σκαρίμπα, εισαγωγή – ανθολόγηση κειμένων – επιμέλεια, Κατερίνα Κωστίου, ΑΙΓΑΙΟΝ, Λευκωσία, 1994
-Κ. Γ. ΚΑΣΙΝΗΣ, ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ, Μελέτες για τον ΙΘ’ & Κ’ αι., ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ, 1998
-Συμεών Σταμπούλου, Πηγές της πεζογραφίας του Γιάννη Σκαρίμπα, ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, Αθήνα, 2006
-Πρακτικά Α΄ Πανελληνίου Συνεδρίου για τον Γιάννη Σκαρίμπα, ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ, 2007
-Χρυσούλα Παπαγεωργοπούλου – Ιωαννίδη, Για τον Γιάννη Σκαρίμπα, 8 κείμενα και 1 συνέντευξη με την Τασία Σελέκου – Τσόπανου, ΠΟΡΘΜΟΣ, Αθήνα, 2006
-Κείμενα και βοηθητικό υλικό από το διαδίκτυο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Η διαδρομή του Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα

ΛΕΞΙΚΟ ΑΤΑΚΩΝ

Η "Ρόζα" και το ιστορικό - ιδεολογικό της υπόβαθρο

Σουηδία: βίωμα ενότητας υπό το ορθόδοξο πρίσμα

Εσπερία Θεσσαλονίκη – πολιτιστικές διαδρομές (Α΄μέρος)

κινηματογράφος-θέατρο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2011